Η αυξημένη αβεβαιότητα μεταφέρθηκε και στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπου οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων κινήθηκαν έντονα ανοδικά
Αρνητικό παρέμεινε το κλίμα στη Wall Street, με τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες να δέχονται νέες πιέσεις.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρέθηκαν αφενός τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να είναι έντονες και, κυρίως, η συνεχιζόμενη εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Στη συνεδρίαση της Πέμπτης, ο βιομηχανικός Dow Jones υποχώρησε κατά 0,6%, στις 52.064,04 μονάδες, ενώ ο δείκτης - βαρόμετρο S&P 500 κατέγραψε απώλειες 0,58%, στις 7.591,76 μονάδες. Ο τεχνολογικός Nasdaq κινήθηκε χαμηλότερα κατά 0,65%, στις 26.081,72 μονάδες. Τέλος, ο δείκτης χαμηλής κεφαλαιοποίησης Russell κατέγραψε απώλειες 1,02%, κλείνοντας στις 2.891,32 μονάδες.

Η περαιτέρω κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία έχει πλέον εισέλθει στον έβδομο μήνα, ενίσχυσε τους φόβους ότι το ενεργειακό κόστος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή έπληξε το επενδυτικό κλίμα και ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η Federal Reserve ενδέχεται να διατηρήσει ή ακόμη και να αυστηροποιήσει περαιτέρω τη νομισματική της πολιτική.
Πάνω από 100 δολ. το πετρέλαιο
Καθοριστικό ρόλο στη μεταβλητότητα της αγοράς διαδραμάτισε η ενεργειακή αγορά. Το αμερικανικό αργό WTI ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 6,6%, ενώ το Brent εκτινάχθηκε πάνω από τα 107 δολάρια. Καταλυτικές ήταν οι αναφορές της Σαουδικής Αραβίας προς τον ΟΠΕΚ, σύμφωνα με τις οποίες η πετρελαϊκή παραγωγή της χώρας υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990. Την ίδια ώρα, οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προκαλούν σοβαρές αναταράξεις στις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς, τόσο στα Στενά του Hormuz όσο και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα, τα νεότερα στοιχεία για τον πληθωρισμό χονδρικής στις ΗΠΑ επιβεβαίωσαν ότι οι πιέσεις στο κόστος παραγωγής παραμένουν ισχυρές. Ο δείκτης τιμών παραγωγού (PPI) αυξήθηκε κατά 0,4% σε μηνιαία βάση τον Αύγουστο, ενώ σε ετήσια βάση διαμορφώθηκε στο 5,4%, ελαφρώς υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών. Όσον αφορά στα επιδόματα ανεργίας, σημείωσαν ήπια πτώση, στις 206.000.
Παρότι ο δείκτης τιμών παραγωγού συγκεντρώνει συνήθως μικρότερη προσοχή σε σχέση με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, η συγκεκριμένη μέτρηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη δεδομένη συγκυρία, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη για την πορεία του δείκτη ατομικών καταναλωτικών δαπανών (PCE), τον οποίο παρακολουθεί στενά η Fed κατά τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής.
Μεταβλητότητα στα ομόλογα
Η αυξημένη αβεβαιότητα μεταφέρθηκε και στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπου οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων κινήθηκαν έντονα ανοδικά. Η απόδοση του 2ετούς ομολόγου, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές των προσδοκιών για τα επιτόκια, ανήλθε στο 4,49%, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.
Ανοδικά κινήθηκε και η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, η οποία έφτασε στο 4,901%. Αυτό συνέβη παρά την απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να διευρύνει τα προγράμματα επαναγοράς μακροπρόθεσμου χρέους, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για τον περιορισμό των επιτοκίων. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων καθιστά τις μετοχές λιγότερο ελκυστικές, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες.
Στην αγορά των επιτοκιακών στοιχημάτων, οι πιθανότητες για νέα αύξηση των επιτοκίων της Federal Reserve κατά τουλάχιστον 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου ενισχύθηκαν αισθητά, πλησιάζοντας το 70%. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα νέα δεδομένα περιπλέκουν σημαντικά το έργο των κεντρικών τραπεζιτών, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα τον επίμονο πληθωρισμό και τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Στις επιμερους μετοχές
Σε επίπεδο μετοχών, οι τεχνολογικές εταιρείες και οι τίτλοι των ημιαγωγών βρίσκονται υπό έντονη πίεση, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν τις πιθανές επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων και του αυξημένου ενεργειακού κόστους στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Στον αντίποδα, η Apple κινείται οριακά ανοδικά, έχοντας ως στήριγμα τις θετικές αξιολογήσεις των αναλυτών για το νέο αναδιπλούμενο iPhone που παρουσίασε. Στον κλάδο του λιανεμπορίου, η Macy’s εμφανίζει ήπιες μεταβολές, παρά την αναβάθμιση των ετήσιων προβλέψεών της, ενώ η American Eagle Outfitters καταγράφει σημαντικές απώλειες, λόγω των πιο συγκρατημένων εκτιμήσεών της για τα περιθώρια κέρδους.
www.bankingnews.gr
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρέθηκαν αφενός τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να είναι έντονες και, κυρίως, η συνεχιζόμενη εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Στη συνεδρίαση της Πέμπτης, ο βιομηχανικός Dow Jones υποχώρησε κατά 0,6%, στις 52.064,04 μονάδες, ενώ ο δείκτης - βαρόμετρο S&P 500 κατέγραψε απώλειες 0,58%, στις 7.591,76 μονάδες. Ο τεχνολογικός Nasdaq κινήθηκε χαμηλότερα κατά 0,65%, στις 26.081,72 μονάδες. Τέλος, ο δείκτης χαμηλής κεφαλαιοποίησης Russell κατέγραψε απώλειες 1,02%, κλείνοντας στις 2.891,32 μονάδες.
Η περαιτέρω κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία έχει πλέον εισέλθει στον έβδομο μήνα, ενίσχυσε τους φόβους ότι το ενεργειακό κόστος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή έπληξε το επενδυτικό κλίμα και ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η Federal Reserve ενδέχεται να διατηρήσει ή ακόμη και να αυστηροποιήσει περαιτέρω τη νομισματική της πολιτική.
Πάνω από 100 δολ. το πετρέλαιο
Καθοριστικό ρόλο στη μεταβλητότητα της αγοράς διαδραμάτισε η ενεργειακή αγορά. Το αμερικανικό αργό WTI ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 6,6%, ενώ το Brent εκτινάχθηκε πάνω από τα 107 δολάρια. Καταλυτικές ήταν οι αναφορές της Σαουδικής Αραβίας προς τον ΟΠΕΚ, σύμφωνα με τις οποίες η πετρελαϊκή παραγωγή της χώρας υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990. Την ίδια ώρα, οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προκαλούν σοβαρές αναταράξεις στις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς, τόσο στα Στενά του Hormuz όσο και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα, τα νεότερα στοιχεία για τον πληθωρισμό χονδρικής στις ΗΠΑ επιβεβαίωσαν ότι οι πιέσεις στο κόστος παραγωγής παραμένουν ισχυρές. Ο δείκτης τιμών παραγωγού (PPI) αυξήθηκε κατά 0,4% σε μηνιαία βάση τον Αύγουστο, ενώ σε ετήσια βάση διαμορφώθηκε στο 5,4%, ελαφρώς υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών. Όσον αφορά στα επιδόματα ανεργίας, σημείωσαν ήπια πτώση, στις 206.000.
Παρότι ο δείκτης τιμών παραγωγού συγκεντρώνει συνήθως μικρότερη προσοχή σε σχέση με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, η συγκεκριμένη μέτρηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη δεδομένη συγκυρία, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη για την πορεία του δείκτη ατομικών καταναλωτικών δαπανών (PCE), τον οποίο παρακολουθεί στενά η Fed κατά τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής.
Μεταβλητότητα στα ομόλογα
Η αυξημένη αβεβαιότητα μεταφέρθηκε και στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπου οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων κινήθηκαν έντονα ανοδικά. Η απόδοση του 2ετούς ομολόγου, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές των προσδοκιών για τα επιτόκια, ανήλθε στο 4,49%, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.
Ανοδικά κινήθηκε και η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, η οποία έφτασε στο 4,901%. Αυτό συνέβη παρά την απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να διευρύνει τα προγράμματα επαναγοράς μακροπρόθεσμου χρέους, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για τον περιορισμό των επιτοκίων. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων καθιστά τις μετοχές λιγότερο ελκυστικές, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες.
Στην αγορά των επιτοκιακών στοιχημάτων, οι πιθανότητες για νέα αύξηση των επιτοκίων της Federal Reserve κατά τουλάχιστον 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου ενισχύθηκαν αισθητά, πλησιάζοντας το 70%. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα νέα δεδομένα περιπλέκουν σημαντικά το έργο των κεντρικών τραπεζιτών, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα τον επίμονο πληθωρισμό και τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Στις επιμερους μετοχές
Σε επίπεδο μετοχών, οι τεχνολογικές εταιρείες και οι τίτλοι των ημιαγωγών βρίσκονται υπό έντονη πίεση, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν τις πιθανές επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων και του αυξημένου ενεργειακού κόστους στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Στον αντίποδα, η Apple κινείται οριακά ανοδικά, έχοντας ως στήριγμα τις θετικές αξιολογήσεις των αναλυτών για το νέο αναδιπλούμενο iPhone που παρουσίασε. Στον κλάδο του λιανεμπορίου, η Macy’s εμφανίζει ήπιες μεταβολές, παρά την αναβάθμιση των ετήσιων προβλέψεών της, ενώ η American Eagle Outfitters καταγράφει σημαντικές απώλειες, λόγω των πιο συγκρατημένων εκτιμήσεών της για τα περιθώρια κέρδους.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών